καυχῶμαι

καυχῶμαι
καυχάομαι
speak loud
pres subj mp 1st sg (attic epic ionic)
καυχάομαι
speak loud
pres ind mp 1st sg
καυχάομαι
speak loud
pres subj mp 1st sg (attic epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • καυχώμαι — καυχώμαι, καυχήθηκα βλ. πίν. 61 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καυχώμαι — (ΑΜ καυχῶμαι, άομαι) βλ. καυχιέμαι …   Dictionary of Greek

  • απειλώ — (I) ἀπειλῶ ( έω) (Α) 1. κρατώ μακριά, απομακρύνω βίαια 2. ξετυλίγω, ξεδιπλώνω 3. παθ. α) πέφτω σε στενοχώρια β) συνωθούμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < απ(ο)* + ειλέω (Ι) «συγκεντρώνω, πιέζω»]. (II) (AM ἀπειλῶ, έω) εκφοβίζω, φοβερίζω νεοελλ. παθ. επίκειμαι ως… …   Dictionary of Greek

  • εύχομαι — και ευκιέμαι (ΑΜ εὔχομαι) 1. εκφράζω ευχή, επιθυμία για κάτι, επιθυμώ ζωηρά να πραγματοποιηθεί κάτι 2. προσεύχομαι, απευθύνω προσευχή προς τον Θεό, δέομαι, παρακαλώ τον Θεό || νεοελλ. παροιμ. «φκήσου τού οχτρού σου το δεντρί, ν ανθήσει το δικό… …   Dictionary of Greek

  • καυχιέμαι — και καυχώμαι και καυκιέμαι και καυκιούμαι και καυκούμαι (ΑΜ καυχῶμαι, άομαι, Α δωρ. τ. καυχέομαι) μιλώ με υπερηφάνεια για τον εαυτό μου, μεγαλαυχώ, κομπάζω, παινεύομαι (α. «τού αρέσει να καυχιέται για τα κατορθώματά του» β. «διὰ τὸ καυχήσασθαι… …   Dictionary of Greek

  • συγχαυνούμαι — όομαι, Μ επαίρομαι, καυχώμαι για κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + χαυνοῦμαι «καυχώμαι, αλαζονεύομαι»] …   Dictionary of Greek

  • αγάλλομαι — (Α ἀγάλλομαι και ενεργ. ἀγάλλω) χαίρομαι, ευφραίνομαι αρχ. 1. δοξάζω, εκθειάζω, εξυμνώ 2. (και μέσ. με ενεργ. σημ.) τιμώ κάποιον 3. στολίζω 4. μέσ. υπερηφανεύομαι, καυχώμαι, κομπάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < *ἀγαλός, το οποίο πιθ. συγγενεύει με το ἀγα ,… …   Dictionary of Greek

  • ακαύχητος — η, ο 1. ο μη καυχησιάρης, ο μετριόφρων 2. αυτός που δεν έχει τίποτε για το οποίο να μπορεί να καυχηθεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + καυχώμαι] …   Dictionary of Greek

  • αντιποιώ — ( έω) (Α) 1. ανταποδίδω κάποια πράξη, κάνω και εγώ 2. μέσ. α) επιδιώκω, επιζητώ κάτι β) εγείρω αξιώσεις για κάτι, διεκδικώ από κάποιον, προβάλλω δικαιώματα γ) καυχώμαι ότι γνωρίζω κάτι δ) ενεργώ σαν αντίπαλος, είμαι αντίπαλος ε) έχω κάποιον τόπο… …   Dictionary of Greek

  • γαίω — (Α) καμαρώνω για κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < *γaFiω < (ινδοευρ.) *gαu «χαίρομαι, καυχώμαι» (πρβλ. γάνυμαι, γηθέω). Στην Ιλιάδα μαρτυρείται μόνο η μετοχή γαίων μαρτυρείται επίσης ένας τ. γαίεσκον «έχαιρον» (Ησύχ.)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”